Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Κλάμα της γυναίκας του εμιγκράντου



Το κλάμα της γυναίκας του εμιγκράντου (Άνδρα μου πάει), 1972 ~ Μουσική, Στίχοι: Franco Corlianò, Εκτέλεση: Encardia.

Telo na mbriakeftò na mi' ppensefso
Θέλω να μεθύσω, να μη σκέφτομαι
na klafso ce na jelaso telo arte vrài;
να κλάψω και να γελάσω θέλω αυτό το βράδυ
ma mali rràggia evò e' nna kantaliso
μ' οργή μεγάλη εγώ να τραγουδήσω
sto fengo e' nna fonaso o andramu pai
στο φεγγάρι να φωνάξω ο άντρας μου πάει
andra mu pai, andra mu pai
o άντρας μου πάει o άντρας μου πάει

Fsunnìsete, fsunnìsete, jinèke!
Σηκωθείτε, σηκωθείτε γυναίκες
Dellàste ettù na klàfsete ma mena!
Κοπιάστε εδώ να κλάψετε με μένα
Mìnamo manechè-mma, diàike o A' Vrizie
Μείναμε μοναχές μας, διάβηκε ο Άη Βρίζιος
Ce e antròpi ste' mas pane ess'ena ss'ena
Και οι άνθρωποί μας πάνε ένας-ένας

E antròpi ste' mas pane, ste' ttaràssune!
Οι άνθρωποί μας πάνε και χάνονται!
N'arti kalì 'us torùme ettù s'ena chrono!
Να 'ρθει καλή, τους θωρούμε εδώ σ' ένα χρόνο!
è' tui e zoì-mma? è' tui e zoì, Kristè-mu?
Είναι αυτή η ζωή μας; είναι αυτή ζωή Χριστέ μου;
Mas pa' 'cì sti Germania klèonta ma pono!
Μας παν στη Γερμανία κλαίγοντας με πόνο!

Mara 's emena, ttechùddhia itta pedàcia
Κρίμα σ' εμένα, φτωχούδια τα παιδάκια
Torù to tata mia forà to chrono:
Θωρούν τον πατέρα μια φορά το χρόνο:
- Tata, jatì ste' klei? Ene o A' Vrizio!
-Πατέρα γιατί στέκεις κλαίγοντας; είναι ο Άη Βρίζιος
Kuse ti banda, kuse ti òrrio sono!

Άκουσε τη μπάντα, άκουσε τί ωραίο τραγούδι!

-Ste kuo ti banda ce ste kuo itto sono,
-Ακούω τη μπάντα κι ακούω και το τραγούδι
steo ettù ma 'sà ce ste penseo sto treno,
Στέκομαι εδώ με σας και σκέφτομαι το τραίνο
penseo sto skotinò citti miniera
Σκέφτομαι το σκοτεινό εκείνο ορυχείο
pu polemònta ecì peseni o jeno!

που πολεμώντας (δουλεύοντας) εκεί πεθαίνει ο κόσμος!

Tata, jatì e' nna pai? Pemma, jatì
Πατέρα, γιατί πρέπει να πάς; πες μας, γιατί
-Jatì tui ene e zoì, mara pedìa:
-Γιατί τέτοια είναι η ζωή, φτωχά μου παιδιά:
O ttechùddhi polemà ce tronni
Ο φτωχούλης πολεμά κι ιδρώνει
na lipariasi 'us patrunu m'utti fatìa!

Να παχύνει τ' αφεντικά με τον μόχθο του!

Mara 'semà, dellaste ettù pedìa,
Αλί σ' εμάς, κοπιάστε εδώ παιδιά,
dellaste, ngotanizzome ttumèsa;
ελάτε, να γονατίσουμε (καθήσουμε) 'δώ μέσα,
o tata pirte ce 'mì prakalume
ο πατέρας που ήρθε κι εμείς παρακαλούμε
na ftasi lion lustro puru ja 'mà!

να φτάσει λίγος ήλιος και για μας!




Κλάμα του εμιγκράντου, ~ παραδοσιακό.

Οι στίχοι υπάρχουν στο youtube...

Προς τί η νοσταλγία της Grecìa Salentina;

Τα τελευταία χρόνια η κουλτούρα των ελληνόφωνων κοινοτήτων της Κάτω Ιταλίας έχει "ανακαλυφθεί" και αγαπηθεί από δυο αρκετά διαφορετικά "κοινά": Ένα νεολαιϊστικο εναλλακτικό στην Ιταλία, κι ένα συντηρητικό δεξιό στην Ελλάδα. Η ύπαρξη τάσεων μέσα στην κοινωνία, φαινομενικά αντιδιαμετρικών, που ωστόσο εκφράζονται μέσα από κάποια κοινά ακούσματα, δεν πρέπει να κάνει εντύπωση.

Στον Ιταλικό Νότο, η καθυστερημένη φεουδαρχία παρείχε ένα κουκούλι εντός του οποίου μπόρεσαν να διατηρηθούν οι παλιές αγροτικές κοινοτικές σχέσεις (που αντιμάχονταν τους διαχωρισμούς που επέφερε ο καταμερισμός της εργασίας, την αποξένωση των μελών της κοινότητας, κλπ). Μεταξύ των σχέσεων αυτών, η χρήση μιας απομονωμένης ελληνικής διαλέκτου με προφανείς αρχαϊκές μορφές, που θα χαθεί μόνο μαζί με τις κοινοτικές σχέσεις αυτές, μέρος των οποίων ήταν, με το ιστορικό ξεπέρασμα των φεουδαλιστικών απομειναριών στον τοπικό τρόπο παραγωγής και την κατάρρευσή του, εκθέτοντας τις κοινότητες αυτές στην καπιταλιστική καταστροφή (μισθωτή εργασία, μετανάστευση κ.ο.κ).

Έτσι, δεν είναι παράλογο που η εργασία ("δουλειά" στην νεοελληνική κοινή), μοιράζεται την ίδια λέξη με τον πόλεμο, στα χαρακώματά της άλλωστε δεν ήταν λίγοι οι κατωιταλιώτες που έπεσαν νεκροί. Η καταστροφή της Marcinelle στο Βέλγιο το 1956, όπου κατέρρευσε μια στοά των ορυχείων σκοτώνοντας 262 εργάτες, οι περισσότεροι των οποίων Ιταλοί του Νότου, χαράχτηκε στην κοινωνική μνήμη της περιοχής.

Η αντίθεση Βορρά-Νότου, τόσο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και ως μικρογραφία στο εσωτερικό της Ιταλικής κοινωνίας, δεν είναι παρά αντίθεση μεταξύ καπιταλιστικού κέντρου και περιφέρειας, δηλαδή:
1. ζώνη όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών μέσων και το πέρασμα στην πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο έχει διαλύσει κάθε κοινωνική σχέση μέσα στην εμπορευματική μορφή, και το προλεταριάτο κοινωνικοποιείται μέσω της μορφής αυτής (βλ. το περί "απανθρωπιάς" στερεότυπο), και
2. ζώνη όπου η καπιταλιστική διείσδυση είναι περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική, πραγματικότητα που είναι εμφανής στις ανταγωνιστικές (προς την κοινωνικοποίηση μέσα απ' την εμπορευματική μορφή και τα καπιταλιστικά πρότυπα) παραδόσεις και τα αιτήματα (κι αισθήματα) αυτονομίας των ζωνών του Νότου (Ιβηρική, Κορσική, Σαρδηνία, Σικελία, Ν. Ιταλία, Βαλκάνια, Μ. Ασία κλπ).

Το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο βρίσκεται με το ένα πόδι στην υπερεπάρκεια υλικών συνθηκών, και με το άλλο στην έκλειψη υποκειμενικών, όμως αυτό που χάνεται είναι κι αυτό που ξαναβρίσκεται, που έλεγε κι ένας καταστασιακός. Και τώρα είναι πιο επείγον από ποτέ να ξαναβρεθεί. Τί άλλο μαρτυρά η νοσταλγία απ' την μεριά των -αντικειμενικά είτε επίδοξων- "ανεπτυγμένων";

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου